ἐρημοτελωνία

ἐρημο-τελωνία, ,
A tax for maintenance of desert-police, PLond.2.88 (ii A.D.), etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερημοτελωνία — ἐρημοτελωνία, ἡ (Α) 1. φόρος για τη συντήρηση τής φρουράς τών συνόρων που βρίσκονταν στην έρημο, βλ. ερημοφυλακία 2. το στρατιωτικό σώμα τών φρουρών τής ερήμου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερημο (< έρημος*) + τελωνία] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.